Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Το παρελθόν και το μέλλον της ανομίας

Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς να διαφωνήσει με τη διαπίστωση πως στην Ελλάδα ισχύει ένα άτυπο αλλά εκτεταμένο καθεστώς ανομίας, που καλύπτει περιπτώσεις μεγάλης διαφθοράς αλλά και καθημερινές πρακτικές ευρείας έκτασης, όπως η φοροδιαφυγή, η μαζική αντιγραφή στα πανεπιστήμια, το παράνομο παρκάρισμα ή το κάπνισμα σε χώρους όπου απαγορεύεται. Εκεί που αρχίζουν να εμφανίζονται οι διαφωνίες είναι όταν επιχειρούνται η διασάφηση του περιεχομένου της ανομίας, ο εντοπισμός της ρίζας της, η περιγραφή των συνεπειών της και η αναζήτηση της διαδικασίας που οδηγεί στην ανατροπή της.
Ο όρος ανομία εισάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Γάλλο κοινωνιολόγο Emile Durkheim και αφορά την κατάρρευση των κανόνων που διέπουν την καθημερινή συμβίωση. Στη χώρα μας χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα καθεστώς ευρείας ατιμωρησίας και ουσιαστικής απουσίας κυρώσεων. Στην πράξη, η πλημμελής εφαρμογή του νόμου ισοδυναμεί με την επιλεκτική και, επομένως, αυθαίρετη εφαρμογή του. Η ανομία είναι επομένως διφυής: αφορά τόσο διάχυτες ατομικές συμπεριφορές που συχνά αποκτούν έναν κοινωνικό αυτοματισμό και φθάνουν να θεωρούνται φυσιολογικές, όσο και κρατικές πολιτικές που επιτρέπουν την ύπαρξη και τον πολλαπλασιασμό των συμπεριφορών αυτών. Οι συνέπειές της είναι τεράστιες: διαβρώνει τον κοινωνικό ιστό, αυξάνει τη βία και υπονομεύει την οικονομική ανάπτυξη.
Μολονότι όλοι δέχονται πως η ανομία διαποτίζει ολόκληρη την κοινωνία, ο καβγάς αφορά το αν θα πρέπει να τονίζεται και να στηλιτεύεται η «μεγάλη» ανομία των λίγων ή η «μικρή» ανομία των πολλών. Πρόκειται για αποπροσανατολιστική συζήτηση, αφού και οι δύο αποτελούν πτυχές του ιδίου φαινομένου. Ο επιμερισμός των ευθυνών ανάμεσά τους είναι, επομένως, και αδύνατος και άσκοπος.
Ποιες είναι οι ρίζες της ανομίας και πώς έφθασε στο σημείο να κυριαρχήσει; Εδώ και αρκετά χρόνια, η πολιτική ηγεσία επέλεξε την πλημμελή εφαρμογή του νόμου για να μπορεί να καλύπτει δικές της αμαρτίες. Ετσι, ουσιαστικά παραχωρήθηκε στην κοινωνία το «προνόμιο» να παρανομεί στο πλαίσιο ενός άτυπου κοινωνικού συμβολαίου που επέτρεπε στις ελίτ να χρησιμοποιούν τις μάζες ως άλλοθι και το αντίστροφο, στο πλαίσιο της αντίληψης πως «όλοι τα ίδια κάνουν». Στη συνέχεια, το κράτος έχασε και την ικανότητα να εφαρμόζει τον νόμο εξαιτίας της βαθμιαίας διάβρωσής του και της επικράτησης μιας ευρύτατης αρνησιδικίας. Σύμφωνα με νέα στοιχεία, το σύνολο των αδίκαστων υποθέσεων στο Ελεγκτικό Συνέδριο έχει πλέον ξεπεράσει το όριο των 30.000, τα αδίκαστα κακουργήματα στο εφετείο ξεπερνούν τις 5.500, ενώ στο μεγαλύτερο ειρηνοδικείο της χώρας οι νέες δίκες προσδιορίζονται για το 2018. Οσο συνεχίζεται η αρνησιδικία, αυξάνεται η παρανομία, που πλέον συμπεριλαμβάνει και την αυτοδικία καθώς και φαινόμενα εκτεταμένης πολιτικής βίας, αρχικά από το αριστερό άκρο του φάσματος και πλέον και από το δεξιό. Οι δολοφόνοι της Μarfin κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς να θεωρείται πως κάτι τέτοιο αποτελεί βαθύτατη προσβολή της έννοιας της δικαιοσύνης, οι κατηγορούμενοι για τις τρομοκρατικές ενέργειες και τους φόνους του ΕΛΑ εξαφανίζονται μέσα στη γενική αδιαφορία, ενώ ομάδες μπράβων οργανώνουν καθημερινά δημόσιους ξυλοδαρμούς αθώων ανθρώπων χωρίς να παρενοχλούνται καν. Οπως ένα μικρόβιο, η ανομία μολύνει τα πάντα στο πέρασμά της και εκφυλίζει κράτος και κοινωνία.
Πώς έγινε δυνατή μια τέτοια εξέλιξη; Πηγαίνοντας πολύ πίσω στον χρόνο, θα μπορούσε κάποιος να παραπέμψει στην οθωμανική περίοδο ή στον τρόπο με τον οποίο δομήθηκε το σύγχρονο ελληνικό κράτος. Πρέπει όμως να παραδεχθούμε πως τα πράγματα δεν ήταν πάντοτε έτσι. Μολονότι η Ελλάδα διαθέτει πλούσια ιστορία πολιτικών διώξεων και παρακρατικής δραστηριότητας, υπήρξαν πρόσφατες σχετικά περίοδοι όπου ο νόμος εφαρμοζόταν και οι άνθρωποι λειτουργούσαν μέσα σε ένα πλαίσιο που οριζόταν από τον σεβασμό στους κανόνες.
Το σημείο τομής είναι μάλλον η χούντα, που προσέδωσε σε μια σειρά από έννοιες, όπως η τάξη, η ιεραρχία, ή ο νόμος, έναν βαθύτατα αντιδημοκρατικό χαρακτήρα. Το αποτέλεσμα ήταν, μετά τη Μεταπολίτευση, η έννοια της δημοκρατίας να ταυτιστεί πρακτικά με την ανομία και η εφαρμογή του νόμου, ιδιαίτερα όταν έθιγε κάποιες ομάδες, να ισοδυναμεί με την καταπίεση και την αντιδημοκρατική αυθαιρεσία. Αν και ανάλογες τάσεις παρατηρήθηκαν σε άλλες χώρες με αυταρχικό παρελθόν, το μεταπολιτευτικό καθεστώς όχι μόνο απέτυχε να συμμαζέψει τα πράγματα αλλά, με τον Ανδρέα Παπανδρέου στο τιμόνι της χώρας, ουσιαστικά θεσμοποίησε αυτή τη διάχυτη αντίληψη και τη μετέτρεψε σε καθεστωτική ιδεολογία.
Πώς ξεφεύγει μια χώρα από την ανομία; Το θετικό στοιχείο είναι πως για να γίνει αυτό δεν απαιτείται η συνολική αλλαγή της κοινωνικής κουλτούρας, κάτι που θα απαιτούσε δεκαετίες. Από τη στιγμή που ο νόμος αρχίσει να επιβάλλεται με συστηματικό τρόπο, οι άνθρωποι θα ξαναμάθουν να τηρούν τους κανόνες. Και πώς επιτυγχάνεται η συστηματική επιβολή του νόμου; Με την απόφαση της πολιτικής ηγεσίας, ξεκινώντας για συμβολικούς λόγους από την κορυφή. Μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο; Βεβαίως. Το ερώτημα είναι εάν θέλει. Η ευθύνη είναι επομένως σαφής. Εκείνο που είναι σίγουρο είναι πως όσο συνεχίζει η κάθε πολιτική ηγεσία να μη θέλει, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να παγιωθεί πλήρως η ανομία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον της χώρας.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.