Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Αθήνα, η πόλη που κάποτε αγάπησα

Την τελευταία φορά που επισκέφτηκα την Αθήνα είδα ότι το Rock City στην Ακαδημίας είχε κλείσει. Δεν με εξέπληξε – εξάλλου ποιος αγοράζει CD τη σήμερον ημέρα, και πόσοι γονείς έχουν πλέον τη ρευστότητα να χρηματοδοτήσουν τα χόμπυ των εφήβων χεβιμεταλάδων φυντανιών τους; Δεν περπάτησα στα στενάκια γύρω από την Ακαδημίας, αλλά στοιχηματίζω ότι και να το έκανα θα διαπίστωνα το κλείσιμο όλων των άλλων μαγαζιών που θυμάμαι από την εφηβεία μου – μέρη που τα ονόματά τους συχνά δε συγκρατώ, αλλά τα βήματά μου θα είχαν τη δύναμη της μυϊκής μνήμης να με φέρουν και πάλι εκεί. Μέρη από τα οποία ακόμα βρίσκω πλαστικές σακούλες. Ακόμα κι εδώ, κι ενώ έχω αλλάξει τρεις χώρες, οι σακούλες από το Metal Era και το Metropolis με ακολουθούν. Και άλλα μαγαζιά πολλά στη γειτονιά μου εξέλιπαν, ζαχαροπλαστεία που ήταν εκεί για όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ταβέρνες, ψιλικατζίδικα και άλλα εμπορικά. Οι καφετέριες τώρα προσφέρουν κρουασάν ή τυρόπιτα μαζί με τον καφέ, και εκεί που πας για ένα προ-του-μεσημεριανού φραπεδάκι, ξαφνικά με 2 ευρώ έχεις εξασφαλίσει σχεδόν ένα επιπλέον γεύμα. Δεν τις είδα αυτές τις αλλαγές να συμβαίνουν, με έπιασαν απροετοίμαστη. Έλειπα φαίνεται για πολύ καιρό από την Ελλάδα. Στο μυαλό μου η καφετέρια ήταν ακόμα ο χώρος που ακριβοπλήρωνες τον καφέ και σε ντουμάνιαζαν στον καπνό οι γύρω – κακά τα ψέματα, το τελευταίο ακόμα γίνεται. Ποιος μπορεί να αντέξει οικονομικά τη γκετοποίηση των καπνιστών; Ασχέτως που στην υπόλοιπη Ευρώπη οι καπνιστές μαζεύονται στις εξόδους των μαγαζιών – τόσο που τους ζηλεύεις, έτσι όπως «ψου-ψου-ψου» κουτσομπολεύουν και δημιουργούν δημόσιες και διαπροσωπικές σχέσεις, έξω από το θόρυβο και την εκκωφαντική μουσική των εστιατορίων και των μπαρ.
Θυμάμαι κάποια πρωινά τότε, πριν από την εποχή του ευρώ, που ξυπνούσα αξημέρωτα για να πάρω όσο πιο νωρίς γίνεται το λεωφορείο που ανέβαινε στου Ζωγράφου, να αποφύγω το συνωστισμό των φοιτητών που πήγαιναν στη διάλεξη των 9. Τι τεράστια διαφορά που κάνει μισή ώρα! Καθόμουν άνετα στο παράθυρο και παρακολουθούσα την πρωϊνή κίνηση στη Βασιλίσσης Σοφίας, τα υπέροχα κτίρια – τη Μεγάλη Βρετάνια, τις πρεσβείες, το Πολεμικό Μουσείο – και μετά τα μαγαζιά στα στενά του Ζωγράφου, τα ήξερα ένα ένα, τόσο συχνά την έκανα τη διαδρομή. Στις οκτώμιση στη Σχολή δεν κουνιόταν φύλλο. Το κυλικείο μόλις είχε ανοίξει και ήταν ώρα για τον πρώτο ζεστό νες της ημέρας. Εκείνα τα λίγα λεπτά, χουχουλιάζοντας πάνω από τον καφέ μέσα στο πρωϊνό κρύο, ήταν από τις καλύτερες στιγμές της φοιτητικής ζωής. Μα καλά, θα μου πείτε. Τον καφέ θυμάσαι; Και τον καφέ, θα σας πω. Γιατί τον καφέ τον αγαπούσα, όπως και το κυλικείο μας, όπως και τη Σχολή μας που κάθε λίγο και λιγάκι την κλείναμε με το έτσι θέλω για κάποιον τάχα μου δημοκρατικό σκοπό, ενώ ο καιρός έτρεχε και οι εξεταστικές μας προσπερνούσαν και καλά να πάθουμε, στην τελική, που τώρα οι πιθανοί εργοδότες μας μας ρωτάνε γιατί παρακαλώ το Μπάτσελόρ σας διέρκεσε 6 χρόνια, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο είναι 3; Άντε να του εξηγήσεις εσύ του ψηλομύτη Ευρωπαίου εργοδότη, που δεν έχει ποτέ πάει στο πανεπιστήμιό του να τα βρει σπασμένα και μπράβους και αλυσίδες και λουκέτα στην είσοδο.
Κι άλλα θυμάμαι. Θυμάμαι το κατέβασμα με τα πόδια από του Ζωγράφου, και τη μυρωδιά βουτύρου που σε πιάνει ένα τετράγωνο πριν όταν περνάς από το ζαχαροπλαστείο του Γαλυφιανάκη. Θυμάμαι συχνά πόσο μου αρέσει ο Εθνικός Κήπος, ένας κήπος με προσωπικότητα βρε παιδί μου, όχι σαν αυτά τα άνοστα πράσινα πάρκα που βρίσκεις παντού στο εξωτερικό. Θυμάμαι συχνά πόσο ρομαντικά είναι να κάνεις βόλτες κάτω από την Ακρόπολη, τι ωραία είναι να κάνεις όλο το γύρο – από το σταθμό της Ακροπόλεως πάνω στα προπύλαια, κάτω στην Πλάκα, στου Μακρυγιάννη και πάλι πίσω. Ή τον μεγαλύτερο κύκλο, από το Θησείο και το Μοναστηράκι, εκεί που σπάνια πια βρίσκεις παλαιοπωλεία και πραγματικές αντίκες – όχι ιμιτασιόν και φτηνά made in Taiwan μπιχλιμπίδια.
Θυμάμαι και πιο πρόσφατα πράγματα, το σταθμό στο Μοναστηράκι με την κοίτη του Ιριδανού, εκεί όπου φέρνω τους αλλοδαπούς φίλους μου να θαυμάσουν την περιπλοκότητα των αιώνων χτισίματος της πόλης πάνω στην πόλη, και την εκσκαφή κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης που είναι ένα ακόμα εντυπωσιακότερο παράδειγμα του ίδιου φαινομένου. Τα σκέφτομαι όλα αυτά με αγάπη και περηφάνεια, λες και έκανα εγώ με τα χέρια μου το σκάψιμο. Και πόσο χάρηκα όταν ήρθαν τα πεθερικά μου στην Αθήνα, και ο Προαστειακός τους πήγε σε χρόνο ρεκόρ στην πόλη, όταν η εξυπηρέτηση στο – άδειο, δυστυχώς – ξενοδοχείο ήταν άψογη και επαγγελματική, όταν έφυγαν με καλές εντυπώσεις και εγώ με τη βεβαιότητα ότι μόνο καλά είχαν να διαδώσουν στους κύκλους τους για την επίσκεψή τους στη χώρα μας!
Και από την άλλη, όσο κι αν αγάπησα την πολύβουη μεγαλούπολη, πόσο θα ήθελα να είχα ζήσει την Αθήνα των γονιών μου! Την Αθήνα των μπουζουξίδικων, του Ζαμπέτα, του Μπιθικώτση, αυτή που μόνο από τις Ελληνικές ταινίες γνώρισα! Αλλά δεν την ξέρω αυτήν την Αθήνα, η πόλη που αγάπησα ήταν ένα γκρίζο μεγαθήριο, το μεγαθήριο που φιλοξενούσε όλους τους φίλους μου και όλα τα αγαπημένα μου στέκια.
Σήμερα οι φίλοι μου είναι σκόρπιοι. Στην Αγγλία, στον Καναδά, στην Ολλανδία, στη Γερμανία. Και δεν είναι όλοι Έλληνες. Γνώρισα κι άλλους πολιτισμούς, με άλλους ταίριαξα και με άλλους όχι. Ομολογώ ότι μέχρι σήμερα δεν έχω καταφέρει να συννενοηθώ με κανέναν Άγγλο. Τυχαίο γεγονός ή αντίθεση νοοτροπιών; Ποιος να ξέρει!
Θα με ρωτούσατε ίσως αν μου λείπει η γειτονιά μου, η μπυραρία που έχει κατεβάσει τις τιμές και σερβίρει τις πιο υπέροχες – σε επίπεδο γκουρμέ – μακαρονάδες με 6 και 7 ευρώ. Με ρωτάτε, ίσως, αν μου λείπει το υπερ-σουβλατζίδικο που ενώ όλα τα άλλα μαγαζιά μαραζώνουν, αυτό σε εποχή λιτότητας και κρίσης εξακολουθεί να επεκτείνεται στα γειτονικά κτίρια; Αν μου λείπουν τα πεζοδρόμια που τα ήξερα απ” έξω κι ανακατωτά – πού είναι η σπασμένη πλάκα, και πόσο βαθιά είναι η τρύπα για να μην πατήσω όταν βρέχει, – ή το σινεμά της γειτονιάς μου, ή το πατρικό μου σπίτι βρε αδερφέ, και η καφετέρια που συναντούσα τους φίλους μου; Αν μου λείπει το ταβερνάκι, και το κρασάκι, και η παρεϊτσα – εντάξει, το ομολογώ, ποτέ δεν ήμουν και πολύ του έξω – και τα παϊδάκια, και το αρνί το Πάσχα;
Θα σας πω, παράξενο πράγμα, ξέρω ότι θα έπρεπε να μου λείπουν. Κι αυτά και πολλά άλλα, αισθάνομαι βαθιά την ανάγκη να νιώσω νοσταλγία στη θύμιση όλων αυτών. Αλλά η νοσταλγία είναι μόνο περιστασιακή, και όσο πάει και αραιώνει. Με ικανοποιεί να επισκέπτομαι όλα αυτά τα μέρη όταν επιστρέφω στην Αθήνα, να τρώω τα σουβλάκια και τις τυρόπιτες και να πίνω φραπέδες. Και μου αρκεί κιόλας. Κάποτε ήμουν αρκετά Ελληνίδα ώστε να αγαπώ την Εμμανουήλ Μπενάκη με τις στενές γκρίζες πολυκατοικίες, εκεί που έκανε μάθημα το Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του πανεπιστημίου. Ήμουν αρκετά Ελληνίδα ώστε να κάνω σλάλομ ανάμεσα στους σκουπιδοτενεκέδες και να περνάω από κενά 30 εκατοστών, ανάμεσα σε μηχανάκια και κολώνες και τοίχους. Ήμουν αρκετά Ελληνίδα ώστε να λαχτρώ με πάθος ένα πιτόγυρο, και να μετράω τις μέρες μέχρι να βρεθώ κάπου κοντά σε σουβλατζίδικο! Τώρα έχω καλομάθει, μου αρέσει να περπατάω σε ευθεία, δεν κοιτάω κάτω μήπως πέσω σε λακούβα. Μου αρέσει να βγάζω το μωρό βόλτα με το καρότσι. Κι αν μου λείψει το σουβλάκι, δε βαριέσαι, βάζω ένα αρνάκι λεμονάτο στο φούρνο, φτιάχνω και ένα τζατζίκι – τζατζίκι μπόμπα, όχι σαν αυτά των σουβλατζήδων! – και να τη η γεύση Ελλάδας στην κουζίνα μου.
Και η Αθήνα που αγάπησα, που ήταν ήδη αλλαγμένη όταν εγώ άρχισα να τη γνωρίζω, αλλάζει, και αδειάζει, και εκεί που ήταν μαγαζιά χάσκουν άδεια δωμάτια, άλλα με το σήμα «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ», άλλα απλώς κενά. Δεν ξέρω τι θα βρω την επόμενη φορά που θα την επισκεφθώ – με σχεδόν μοναδικό σκοπό να σπαταλήσω αφειδώς τα ευρωπαϊκά ευρώ μου σε όλα τα ζαχαροπλαστεία, τις καφετέριες, τις ταβέρνες και τις σοκολάτες Παυλίδη που θα βρω μπροστά μου. Aλλά αμφιβάλλω αν θα είναι πιο ελπιδοφόρο.
   Ιωάννα – Φυσικός και μετανάστρια