Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Η προϊστορία του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων

Καθώς οι εργασιακές σχέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της σημερινής δίνης, ας ρίξουμε μερικές ματιές στην προϊστορία και ιστορία του ζητήματος. Η πραγματική ιστορία τους αρχίζει τη δεκαετία του 1880. Τότε, για πρώτη φορά γίνεται έμμεση αναφορά τους. Σύμφωνα με τον ποινική νομοθεσία της εποχής θεωρούνταν αδίκημα «η εκ συστάσεως αποχή εκ της εργασίας των εργατών ή των εργοδοτών επί σκοπώ ισχυροποιήσεως αξιώσεως».Αυτή η ίση μεταχείριση ερχόταν σ΄ αντίθεση με την αντίστοιχη νομοθεσία της μοναρχικής οθωνικής περιόδου. Εκεί, καθιερωνόταν «η προνομιακή θέση των καθυστερούμενων μισθών των υπηρετών, εργατών και ημερομισθίων». Ο εμπνευστής της Μάουερ επέτρεπε τον σχηματισμό σωματείων (φιλανθρωπικά ή επιστημονικά), αλλά απαγόρευε τα πολιτικά και θρησκευτικά.
Η υποψία προς τις «πολιτικές ενώσεις» διατηρήθηκε στο ακέραιο και στο Σύνταγμα του 1844. Τότε παραλείφτηκε η σχετική διάταξη, η οποία περιλαμβανόταν στο βελγικό πρότυπό του.
Το νέο Σύνταγμα (1864), μετά την έξωση του Οθωνα, καθιέρωνε την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, αλλά ούτε κι αυτό αναφερόταν στις επαγγελματικές ενώσεις. Στην Ελλάδα, όπως και σ΄ όλη την Ευρώπη, οι τελευταίες διανύαν τη φάση της απαγόρευσης. Ήταν ύποπτες, σκοτεινές, ανατρεπτικές…

Διατάγματα
Τα πρώτα εργατικά σωματεία, που εμφανίζονται κατά τη δεκαετία του 1870, λειτουργούσαν με ειδικά βασιλικά διατάγματα και ήταν υποχρεωμένα να λογοδοτούν κάθε χρόνο στο υπουργείο Εσωτερικών. Αναφέρονται, όμως και ενώσεις, στη Σύρο για παράδειγμα, που συγκροτούνταν με συμβολαιογραφικές πράξεις μεταξύ των μελών τους,
Αυτές οι ενώσεις διεκδίκησαν και τις πρώτες συλλογικές συμβάσεις. Ακριβώς τότε η απεργία γίνεται ποινικό αδίκημα. Ένας φανατικός εχθρός των απεργιακών αγώνων και πρωτοδίκης της Σύρου γράφει αυτή την περίοδο: «Εν έτει 1879 δύο των μεγίστων της Ερμουπόλεως κλάδων της Βυρσοδεψικής και της Ναυπηγικής κοινή συστάσει εν εταιρεία τούτων ενήργησαν απεργίαν επιδιώκοντες αύξησιν των εργατικών μισθωμάτων… Αι των εργατών συστάσεις προς απεργίαν αποτελούσι εν Πειραιεί, Αθήναις και Λαυρεωτική την ημερησίαν διάταξιν εν τη εξελίξει της νεαράς αρτιπαγούς και κλονιζομένης έτι… βιομηχανικής παραγωγής του ημετέρου έθνους…». (Ε. Λυκούδης «Η εν Ελλάδι βιομηχανιά και αι απεργίαι»)
Η πρακτική εκείνων των πρώτων ενώσεων ήταν οι εργαζόμενοι να υποβάλουν τα αιτήματά τους στην εργοδοσία και να περιμένουν, απειλώντας με απεργία. Σ΄ όλη την ευρύτερη περίοδο, που εκτείνεται ως και τη δεκαετία του 1910, το κράτος δεν μεσολαβεί ούτε παρεμβαίνει διαιτητικά, παρά μόνο ως υπερασπιστής του «νόμου και της τάξεως», όταν διασαλεύονται. Κι αυτό γίνεται όλο και συχνότερα.
Την εποχή, που αρχίζει να θεσπίζεται η εργατική νομοθεσία από τις πρώτες κυβερνήσεις Βενιζέλου, τα σωματεία περνούν από τη φάση της απαγόρευσης σε εκείνη της ανοχής κι αργότερα της αναγνώρισης.

Απόπειρα
Το 1911 καταγράφεται η πρώτη απόπειρα νομοθετικής ρύθμισης συλλογικών διαφορών. Σε νεοσύστατη υπηρεσία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (αργότερα θα μετεξελιχθεί σε υπουργείο Εργασίας) υπάγεται η «μελέτη προληπτικών μέτρων και η επέμβασις προς λύσιν διαφορών μεταξύ εργατών και εργοδοτών». Σ' αυτό, το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας δύο χρόνια αργότερα θα κατατεθεί σχέδιο «περί συμβάσεως εργασίας».
Η αντίδραση των εργοδοτών απέτρεψε τη θέσπιση συλλογικών συμβάσεων. Τομή σε θεσμικό επίπεδο και αφετηρία της συνδικαλιστικής νομοθεσίας αποτελεί ο περίφημος νόμος 281 του 1914 «Περί σωματείων». Μια από τις καινοτομίες του ήταν η δυνατότητα σύναψης συλλογικών συμβάσεων: «Τα επαγγελματικά σωματεία δύνανται να συνάπτουν ομαδικάς συμβάσεις εργασίας μετά προσώπων φυσικών ή νομικών ή μετά αντιπροσώπων ομάδων, καθοριζούσας τους όρους της εργασίας του ετέρου των μελών, ήτοι προσλήψεως και αποστολής ή μεταχειρίσεως εργατών, πληρωμής και αντιμισθίας αυτών, όρων εργασίας κ.λπ».
Αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο βήμα. Θα χρειαστούν όμως μεγάλοι εργατικοί αγώνες ως το επόμενο.
 
Η νομοθεσία της κυβέρνησης Ξεν. Ζολώτα
Πριν από τις αλλαγές των εργασιακών στις συνθήκες της κρίσης (ν. 3899/2011) το καθεστώς των συλλογικών συμβάσεων στηριζόταν στη νομοθεσία της «Οικουμενικής Κυβέρνησης» Ζολώτα (ν. 1876/ 1990 για τις «Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις»). Τότε είχε ψηφιστεί με ομοφωνία κομμάτων, βουλευτών και συνδικαλιστικών φορέων.
Ήταν μια κατάκτηση, αλλά κι ένα από τα θετικά μέτρα της κυβέρνησης. Με μια από τις τελευταίες νομοθετικές πράξεις της (Μάρτιος), αφού ένα μήνα αργότερα τη διαδέχτηκε κυβέρνηση της ΝΔ υπό τον Κ. Μητσοτάκη. Μ΄ αυτή επικυρωνόταν μια σειρά διεθνείς συμβάσεις εργασίας για το δικαίωμα των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων σ΄ εθνικό και κλαδικό επίπεδο.
Αντικατέστησε τη σχετική νομοθεσία επί κυβέρνησης Παπάγου (ν. 3239/1955) «Περί τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας, συστάσεως Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής Πολιτικής και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων ενίων εργατικών νόμων»). Η τελευταία κωδικοποιούσε το σύνολο της εργατικής νομοθεσίας, που διαπνέονταν από την αρχή μιας «εξουσιαστικής κυβερνητικής ρύθμισης».
Οι διαπραγματεύσεις ήταν ελεύθερες κατά τη βούληση του κράτους. Για να μην ξεχνάμε καθόλα αυταρχικού... Ο νόμος εκείνος στην ουσία ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα ενός φιλεργοδοτικού κράτους, με βραχίονα ένα αντιδημοκρατικό νομοθετικό πλαίσιο και τον ελεγχόμενο κυβερνητικό συνδικαλισμό.
Οι αλλαγές του 35 χρόνια μετά, έδιναν τη δυνατότητα για διευρυμένες εκδηλώσεις της συλλογικής διαπραγμάτευσης. Έτσι, εκτός από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση (εργαζόμενοι όλης της χώρας), θέσπισε τις κλαδικές συμβάσεις (εργαζόμενοι ομοειδών επιχειρήσεων), τις επιχειρησιακές (εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση), τις εθνικές και τις τοπικές ομοιοεπαγγελματικές κ.ά.
Κατά την εικοσαετία που μεσολάβησε (1990-2010) έγιναν αρκετές απόπειρες να «ψαλιδιστεί» ο προχωρημένος νόμος 1876. Κυρίως με στόχο τις κλαδικές συμβάσεις. Ο,τι δεν επιτεύχθηκε τότε, έγινε κατορθωτό με την κρίση.

Η υπογραφή της πρώτης εθνικής γενικής σύμβασης
Από τη δυνατότητα θέσπισης των συλλογικών συμβάσεων (1914), ως την υπογραφή της πρώτης εθνικής γενικής σύμβασης, θα περάσουν δύο δεκαετίες. Έχουν στο μεταξύ μεσολαβήσει «κοσμογονικές» αλλαγές στο εργατικό μέτωπο. Τα δύο βασικά αντιμαχόμενα μέρη (εργαζόμενοι και εργοδότες) έχουν συμπτύξει τις ενώσεις τους (ΓΣΕΕ και ΣΕΒ) και η σύναψη συμβάσεων βρίσκεται στο επίκεντρο των ταξικών συγκρούσεων.
Οι απόπειρες να διευθετηθούν νομοθετικά τα σχετικά ζητήματα και ειδικά η διαιτησία ναυαγούν. Η πιο σοβαρή απ΄ αυτές θα γίνει το 1927- 28, όταν θα επιχειρηθεί να συγχρονιστεί η εργατική νομοθεσία, με τις αποφάσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας. Τότε θα πάρει και τη μορφή νομοσχέδιου, θα γίνει συζήτηση στη Βουλή, αλλά θα απορριφθεί. Η εργοδοσία αρνείται να συναινέσει με τα πιο απίθανα επιχειρήματα.
Μέχρι το 1934 θα έχουν συναφθεί μόνο μερικές κλαδικές συμβάσεις (ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες, εργάτες θάλασσας κ.ά.)
Τελικά, ο θεσμός καθιερώνεται το 1935 επί κυβέρνησης Τσαλδάρη, με αναγκαστικό νόμο. Στο πλαίσιό του θα υπογραφούν μεταξύ ΓΣΕΕ και ΣΕΒ οι πρώτες εθνικές συμβάσεις τον Ιούλιο. Ένα μήνα πριν από την επιβολή της δικτατορίας Μεταξά θα καρατομηθούν και τα πιο στοιχειώδη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Μετά την απελευθέρωση θ΄ ανοίξει ένας άλλος νέος κύκλος συγκρούσεων για τις συμβάσεις, που θα κλείσει με τη συνταγματική κατοχύρωση των συλλογικών συμβάσεων ένα χρόνο μετά τη μεταπολίτευση του 1974.