Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Ποιος θα γκρεμίσει τη μισή Αθήνα;

Δεν ξέρω πόσο χρήσιμο είναι να φανερώνει κανείς «ευσεβείς πόθους» ή να ανοίγει «ουτοπικές» συζητήσεις. Δεν είμαι σίγουρος επίσης, πόση δυνατότητα υπάρχει να τολμήσει πολιτικός ή επιστήμονας να εισάγει στο δημόσιο λόγο μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον της κοινωνίας του. Από την άλλη, δε βλέπω που είναι το κακό στο να ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για το πως θα είναι η Ελλάδα σε εκατό χρόνια από σήμερα. Κι αν φαίνεται γελοίο αυτό, είμαι πολύ βέβαιος ότι όλα τα «πρόσκαιρα» δεινά μας τα χρωστάμε στο ό τι απλά, δεν το κάνουμε.Είναι σαφές ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ ιδεολογικής ουτοπίας και υπερβολικά φιλόδοξου αναπτυξιακού πλάνου. Η οργάνωση των κοινωνιών, πάνω στη θεωρία του «απάνθρωπου» και «αφύσικου» δοκιμάστηκε και απέτυχε αν και ακόμα, κάποιοι επιμένουν για νέες προσπάθειες. Όταν όμως, ζητάς να γκρεμιστεί η μισή Αθήνα, βασίζεσαι σε μια λογική διαδικασία που προκύπτει από επαγωγές και τεκμηριωμένες θέσεις. Υπάρχουν στοιχεία από το παρελθόν, έως την ανάλυση των μελλοντικών προοπτικών, που σε δικαιώνουν, τουλάχιστον ως προς την δυνατότητα της πρότασης . Έχεις δηλαδή, δικαίωμα να συζητάς κάτι που, εκ των πραγμάτων, έχει πολλές πιθανότητες να συμβεί στα επόμενα πενήντα ή εκατό χρόνια. Αυτή άλλωστε είναι και η αξία της προοδευτικής σκέψης: Nα μιλάς τώρα γι΄ αυτό που θα συμβεί αργότερα. Να προβλέπεις το εφικτό , που τώρα είναι μπλοκαρισμένο στα γρανάζια του συντηρητικού και του «ασάλευτου παρόντος».

Για να δούμε λοιπόν, γιατί και πως θα «γκρεμίσουμε» την Αθήνα...
Η πόλη αυτή γιγαντώθηκε άναρχα, πέφτοντας θύμα των τριών ελληνικών κακών, της τυχοδιωκτικής μικροκαπιταλιστικής οικονομίας, της πολιτιστικής κρίσης και της έλλειψης παιδείας των Ελλήνων. Η Αθήνα είναι μία τερατογένvεση που δημιουργήθηκε από την αδυναμία του ελληνικού κράτους να οργανώσει μια υγιή οικονομία, να αναπτύξει το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό και να μορφώσει τους πολίτες του.
Έφτασαν οι Έλληνες από τα χωριά τους σε έναν τόπο ξένο που ποτέ δεν αγάπησαν. Εθίστηκαν στον επαρχιωτισμό, στην ξενομανία και στην προοδοπληξία γιατί δεν είχαν ποτέ αστική κουλτούρα. Έζησαν με επαγγέλματα παραοικονομίας τα οποία διέδωσαν σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Καλλιέργησαν την υποκουλτούρα, το πελατειακό κράτος και γιγάντωσαν το συγκεντρωτισμό. Γκρέμισαν τις υποτυπώδεις αστικές δομές, τα νεοκλασικά κτίρια, οτιδήποτε φτιάχτηκε ως «κτήμα ες αεί» και έχτισαν τα κακέκτυπα της αμερικάνικης αρχιτεκτονικής. Αντικατέστησαν το «αιώνιο» με το πρόχειρο και το αντιαισθητικό. Κατέστρεψαν το φυσικό περιβάλλον του πιο ευλογημένου τόπου στον κόσμο για να μυρίσουν λίγο «δυτικό καυσαέριο». Έστησαν πελατειακά δίκτυα και απαξίωσαν ολόκληρη την περιφέρεια η οποία έπρεπε να «υποβάλει τα σέβη της» στο υδροκέφαλο αθηναϊκό κράτος, για λίγα ψίχουλα ανάπτυξης.
Όλα τα παραπάνω, όλα τα εγκλήματα του μεταπολεμικού νεοελληνικού κράτους, σ΄ αυτό το «άντρο» παρακμής οργανώθηκαν. Εδώ καταστράφηκε ο ελληνικός πολιτισμός. Και είναι τραγική ειρωνεία, να γεννιέται τόσο μίσος, τόση κακομοιριά, τόση καθυστέρηση στην πόλη που «φώτισε» τον κόσμο και ενέπνευσε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Λες κι ο Ποσειδώνας θυμήθηκε μετά από χιλιάδες χρόνια την ήττα του από την Αθηνά και θέλησε να την εκδικηθεί.
Και να που τώρα φτάσαμε στο κατώφλι της χρεοκοπίας. Και της οικονομικής και της πνευματικής και της πολιτικής. Να λοιπόν που αυτό το συγκεντρωτικό «κράτος φάντασμα» έφτασε στα όριά του. Ακόμα όμως, δε βλέπουμε την ουσία του προβλήματος. Στην Αττική ζουν τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι που στη συντριπτική τους πλειοψηφία δεν έχουν ουσιαστικούς λόγους να είναι Αθηναίοι. Πρώτον δεν έχουν πλέον εργασία γιατί τα περίφημα «αστικά» επαγγέλματα «χρεοκόπησαν». Το 40% του ΑΕΠ που παρήγαγε η Αττική δεν υπάρχει πια.
Δεύτερον, φυτοζωούν σε κακές συνθήκες διαβίωσης και σε άχαρες γειτονιές, χωρίς υποδομές και ποιότητα ζωής.
Τρίτον δεν τους συνδέει τίποτα μ΄ αυτή την πόλη, δεδομένης της απομόνωσής τους από τα ενδιαφέροντά της. Πόσοι κάτοικοι της Αθήνας παρακολουθούν θέατρο, επισκέπτονται τα πάρκα της, τα μουσεία της, τους πολιτιστικούς της χώρους; Τώρα πια ούτε στις «φίρμες» στα μπουζούκια δε μπορούν να πάνε.
Τέταρτον, η εξέλιξη της αξίας των ακινήτων δεν επιτρέπει σε πολλούς να σκεφτούν ότι εδώ είναι η «περιουσία» τους και πρέπει να την προστατεύσουν. Και τέλος πάντων, ας κάνει κάποιος μια εμπεριστατωμένη έρευνα να μάθουμε, για όλο το λεκανοπέδιο, τη διαστρωμάτωση των επαγγελμάτων, των συνταξιούχων, των ηλικιών, των ανέργων, των νέων. Ίσως εκπλαγούμε αρνητικά, όταν διαπιστώσουμε ότι μια πόλη δεν μπορεί να ζήσει για πολύ με ανενεργό οικονομικά πληθυσμό.
Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο να έχει σε μία πόλη το μισό πληθυσμό της. Το «σοβιετικό» μοντέλο ανάπτυξης, πότε με τα χουντικά δάνεια, πότε με τις «εργολαβίες» του ΠΑΣΟΚ, πότε με τους Ολυμπιακούς και τη φούσκα των ακινήτων «τάισε» με «διογκωτικά» την Αθήνα. Τώρα όμως αυτό τελείωσε και για πρώτη φορά η ελληνική οικονομία μπαίνει μπροστά στα ρεαλιστικά της διλήμματα.
Με λίγα λόγια, ο πληθυσμός της Αθήνας θα πρέπει να αναζητήσει νέες διεξόδους για να επιβιώσει τις επόμενες δεκαετίες. Σε πρώτη φάση, η επιχειρηματικότητα στην αγροτική οικονομία και στη μεταποίηση, θα δώσει κίνητρα για αθρόες μετακομίσεις. Ο σχεδιασμός νέων συνοικιών σε επαρχιακές πόλεις, η ένταξη στο σχέδιο αγροτικών περιοχών, το κτηματολόγιο, η ενίσχυση του τουρισμού και οι πιθανές εξελίξεις στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου είναι κάποιοι από τους παράγοντες που θα «έσπρωχναν» τους Αθηναίους στην επαρχία. Όσο για το «γκρέμισμα» θα μπορούσε ρεαλιστικά να συμβεί με ένα οργανωμένο εθνικό σχέδιο, που θα προέβλεπε ανταλλαγή τετραγωνικών από την Αθήνα, στην περιοχή της μετεγκατάστασης. Μην ξεχνάμε ότι ο ΟΕΚ ή ό,τι άλλο τον έχει αντικαταστήσει, έχει χτίσει εργατικές κατοικίες που είναι πολύ πιο λειτουργικές και όμορφες από τις ιδιωτικές πολυκατοικίες. Άλλωστε, αυτός μοιάζει να είναι και ο μοναδικός τρόπος να ξαναφτιάξουμε τις πόλεις μας και να αναθερμάνουμε την παγωμένη οικοδομική δραστηριότητα με τη συμμετοχή και μεγάλων, υπεύθυνων και σοβαρών ιδιωτικών εταιριών.
Έτσι η Αθήνα θα γέμιζε πάρκα μακρόστενα που θα κατέβαιναν μαζί με τα ρέματα του Υμηττού, θα αποκάλυπτε νέους αρχαιολογικούς χώρους, θα αναβάθμιζε τη ζωή των κατοίκων της και θα έβαζε τις βάσεις για να γίνει και πάλι το πολιτισμικό κέντρο του κόσμου. Θα παρέμενε ένας πληθυσμός με πραγματικά αστικά χαρακτηριστικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Από την άλλη, η ανάπτυξη της περιφερειακής οικονομίας θα δημιουργούσε για τους Έλληνες, θέλγητρα για να ξαναχτίσουν έναν πολιτισμό αποκεντρωμένο και ανθρώπινο.
Ξέρω πόσο εξωφρενική ακούγεται μια τέτοια προοπτική , όταν σκεφτεί κανείς ότι ούτε το Ελληνικό δεν μπορούμε να αξιοποιήσουμε τόσα χρόνια. Όμως ας βρεθεί κάποιος να αρνηθεί ότι δεν θα έπρεπε να γίνει έτσι και ότι μπορεί να προβλέψει με μετρήσιμες πιθανότητες, πως θα είναι αυτή η πόλη σε εκατό χρόνια. Aς βρεθεί κάποιος να μου πει ότι δεν υπάρχει πιο μεγάλο εθνικό έγκλημα, να έχεις μια πόλη με το πιο σημαντικό brand name στον πλανήτη και να μη θέλεις να το εκμεταλλευτείς.
Ο συντηρητισμός και η ακινησία του «κακόμοιρου» κράτους μας κάνουν να μη μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας. Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια επιβίωσης της χώρας αν δεν γίνουν επαναστάσεις. Όποιος ενδιαφέρεται για το μέλλον της δε νοιάζεται μόνο για το δικό του σαρκίο και τη μίζερη εποχή του. Βλέπει πολύ μακριά και δημιουργεί πολιτισμό, πάνω στο διηνεκές του χρόνου. Έτσι έκαναν όλοι αυτοί που κληροδότησαν παρακαταθήκες με τις δημιουργίες τους στην αρχιτεκτονική, στη φιλοσοφία, στην επιστήμη, στην τέχνη και στο σχεδιασμό υπέροχων πόλεων. Ό,τι έκαναν το σχεδίαζαν για να μείνει αιώνια. Μόνο οι πόλεμοι κι οι φυσικές καταστροφές κατέστρεφαν τις δημιουργίες τους. Ελπίζω να μην περιμένουμε κι εμείς κάτι ανάλογο, για να ξεκινήσουμε από την αρχή.
Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο να πάρουμε απόφαση να γκρεμίσουμε τώρα την Αθήνα. Έτσι κι αλλιώς ,όταν φύγει η γενιά των παππούδων με τις συντάξεις , θα ξεκινήσουν αναγκαστικά και τα μεγάλα «καραβάνια» για τα χωριά τους. Η μεγάλη πρόκληση είναι να μπορούμε ανοιχτά και με παρρησία να διατυπώνουμε μακρόπνοα σχέδια ουσιαστικών λύσεων για το μέλλον της κοινωνίας μας. Το μεγάλο κέρδος θα είναι αυτό που φαίνεται τώρα παράλογο, σε λίγο καιρό να φαντάζει ως απαραίτητη λύση. Διαφορετικά, θα κυνηγάμε «αδειανά πουκάμισα» περιμένοντας στωικά τον αφανισμό μας...

* Ο κ. Ανδρέας Ζαμπούκας είναι Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας