Τρίτη, 18 Φεβρουαρίου 2014

Καζαντζάκης: Iδεολόγος της ελευθερίας

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1883 και ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες. Τα έργα του έγιναν παγκοσμίως γνωστά και από την κινηματογραφική μεταφορά τους, χαρακτηριστικό παράδειγμα τα έργα του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός». Ενώ κατέχει τον τίτλο του πιο πολυμεταφρασμενού Έλληνα συγγραφέα.
Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Νομική και συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Παρίσι. Το 1910 εγκαθίσταται στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα παντρεύεται την Γαλάτεια Αλεξίου, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του.

Το 1912 κατατάσσεται στον στρατό για τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο και υπηρετεί στο ιδιαίτερο γραφείο του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου. Η γνωριμία του με τον Άγγελο Σικελιανό το 1914 σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο πνευματικών αναζητήσεων και φυσικά μια μεγάλη φιλία μεταξύ των δύο ανδρών.

Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διόρισε Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως με αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Η θητεία του αυτή του δίνει το έναυσμα και το υλικό για το μυθιστόρημα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται». Όμως οι πολιτικές εξελίξεις, η ήττα του Βενιζέλου και η δολοφονία του φίλου του Ίωνα Δραγούμη, τον ωθούν για μία ακόμη φορά μακριά από την Ελλάδα.

Τα επόμενα χρόνια, από το 1923 έως το 1926 ταξιδεύει συνεχώς, επισκέπτεται Σοβιετική Ένωση, Παλαιστίνη, Κύπρο και Ισπανία και πραγματοποιεί συνεντεύξεις που έμειναν στην ιστορία όπως η συνέντευξη με τον δικτάτορα Πρίμο ντε Ριβέρα και τον Μπενίτο Μουσολίνι.

Το 1924 φυλακίζεται επειδή είχε αναλάβει την πνευματική ηγεσία μιας κομμουνιστικής οργάνωσης δυσαρεστημένων προσφύγων.

Το 1926 διαλύεται ο γάμος του με την Γαλάτεια και ο δεύτερος γάμος του λαμβάνει χώρα το 1945, μετά από 21 χρόνια σχέσης με την Ελένη Σαμίου.

Τον Μάιο του 1927 απομονώθηκε στην Αίγινα με σκοπό την ολοκλήρωση της Οδύσσειας.

Το 1930 θα δικαζόταν για αθεϊσμό, για την «Ασκητική». Η δίκη ορίσθηκε για τις 10 Ιουνίου, αλλά δεν έγινε ποτέ. To 1931 επιστρέφει στην Ελλάδα και εγκαθίσταται εκ νέου στην Αίγινα, όπου ανέλαβε τη συγγραφή ενός γαλλοελληνικού λεξικού και μετέφρασε τη Θεία Κωμωδία του Δάντη.

Το 1935 πραγματοποίησε ταξίδι στην Ιαπωνία και την Κίνα εμπλουτίζοντας τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Το 1938 ολοκλήρωσε την Οδύσσεια, ένα επικό ποίημα στα πρότυπα της Οδύσσειας του Ομήρου.

Κατά την περίοδο της κατοχής, παραμένει απομονωμένος στην Αίγινα. Συνεργάστηκε δε με τον Ιωάννη Κακριδή για την μετάφραση της Ιλιάδας.

Το 1943 ολοκλήρωσε το γράψιμο του μυθιστορήματός του «Ο Βίος και η Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ανέλαβε την προεδρία της Σοσιαλιστικής Εργατικής Κίνησης, ενώ διετέλεσε και υπουργός της κυβέρνησης του Σοφούλη από τις 26 Νοεμβρίου του 1945 για 3 συνολικά μήνες.

Το Μάρτιο του 1945 προσπαθεί να πάρει μια θέση στην Ακαδημία Αθηνών, αλλά δεν τα καταφέρνει για δύο ψήφους.

Προτάθηκε 3 φορές για το Βραβείο Νόμπελ. Την πρώτη από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και δυο φορές, το 1952 και 1953, απ” τη Νορβηγική Εταιρεία Λογοτεχνών.

Το 1946 διορίστηκε στην UNESCO με αποστολή την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση των διαφορετικών πολιτισμών. Παραιτήθηκε τελικά το 1948, προκειμένου να αφοσιωθεί στο λογοτεχνικό του έργο. Για τον σκοπό αυτό εγκαταστάθηκε στην Αντίμπ της Γαλλίας και εκεί ολοκλήρωσε το μεγαλύτερο μέρος του πεζογραφικού του έργου.

Από το 1951, η υγεία του κλονίζεται. Χάνει το δεξί του μάτι, ενώ κατά καιρούς εισάγεται στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ για τη θεραπεία της καλοήθους λεμφοειδούς λευχαιμίας που τον ταλαιπωρεί.

Ενώ ο Καζαντζάκης είχε επιστρέψει από την Αντίμπ στην Ελλάδα, η Ορθόδοξη Εκκλησία εκκινούσε τη δίωξή του. Κατηγορήθηκε ως ιερόσυλος, με βάση αποσπάσματα από τον Kαπετάν Mιχάλη και το σύνολο του περιεχομένου του Τελευταίου Πειρασμού (1953), έργο το οποίο δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα.

Το 1954 η Ιερά Σύνοδος με έγγραφό της ζητούσε από την κυβέρνηση την απαγόρευση των βιβλίων του Νίκου Καζαντζάκη. Τελικά η Εκκλησία της Ελλάδος δεν προχώρησε στον αφορισμό του Νίκου Καζαντζάκη, καθώς ήταν αντίθετος σε κάτι τέτοιο ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας.

Ο «Ζορμπάς» του Καζαντζάκη, εκδόθηκε στο Παρίσι το 1947 και με την επανέκδοση του, το 1954, βραβεύτηκε, ως το καλύτερο ξένο βιβλίο της χρονιάς.

Το 1955, ο συγγραφέας μαζί με τον Κακριδή αυτοχρηματοδότησαν την έκδοση της μετάφρασης της Ιλιάδας, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε τελικά στην Ελλάδα ο Τελευταίος Πειρασμός. Τον επόμενο χρόνο, τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης στη Βιέννη, ένα βραβείο το οποίο προερχόταν από το σύνολο των τότε Σοσιαλιστικών χωρών.

Τον Ιούνιο του 1957 ταξιδεύει στην Κίνα, προσκεκλημένος της κινεζικής κυβέρνησης. Παθαίνει μόλυνση αλλά προσβάλλεται από ασιατική γρίπη και πεθαίνει τελικά στις 26 Οκτωβρίου 1957 στο Φράιμπουργκ.

Η Ελένη Καζαντζάκη ζήτησε από την Εκκλησία της Ελλάδος να τεθεί η σορός του σε λαϊκό προσκύνημα, επιθυμία την οποία ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος απέρριψε. Η ταφή του έγινε στην ντάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα Βενετσάνικα τείχη, διότι η ταφή του σε νεκροταφείο απαγορεύτηκε.

Στον τάφο του Νίκου Καζαντζάκη χαράχθηκε, όπως το θέλησε ο ίδιος, η επιγραφή: Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος.

Πηγή: ellines.com