Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Δύο του Διογένη - Χόρχε Μπουκάι

 
«Γιατί, κάθε ιδέα της μεταβιομηχανικής κοινωνίας βασίζεται στο τι κατέχεις, όχι στο τι είσαι – όπως θα έλεγε και ο Έριχ Φρομ. Και για να πειστούμε ότι αυτό είναι αλήθεια, μας έχουν περιορίσει μ' ένα αξίωμα το οποίο βγαίνει από μέσα μας σαν κάτι απολύτως φυσικό – αν δεν καταφέρουμε να το αποφύγουμε. Είναι μια φράση που χρησιμεύει ταυτόχρονα ως κίνητρο και ως παγίδα».
«Μια φράση;».
«Ναι. Η φράση είναι:

«ΠΟΣΟ ΕΥΤΥΧΗΣ ΘΑ ΗΜΟΥΝ
ΑΝ ΕΙΧΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ».

» Κι αυτό που δεν έχω δεν είναι ούτε αυτοκίνητο, ούτε σπίτι, ούτε ένας καλός μισθός, ούτε ένα ταίρι. Αυτό που δεν έχω είναι ακριβώς αυτό-που-δεν-έχω – δηλαδή, κάτι αδύνατον. Για να το πούμε με άλλα λόγια: αν κατάφερνα να αποκτήσω αυτό-που-δεν-έχω, δεν θα γινόμουν ευτυχής, διότι αυτό το κάτι (αυτοκίνητο, σπίτι, κοπέλα, αγόρι, κλπ), εφόσον θα το έχω θα πάψει πια να είναι αυτό-που-δεν-έχω και, σύμφωνα με το αξίωμα, μπορώ να είμαι ευτυχής μόνο όταν έχω αυτό-που-δεν-έχω».

«Μα, αυτή είναι μια παγίδα δίχως αδιέξοδο».
«Βεβαίως, εκτός αν μπορέσεις και αλλάξεις το αξίωμα».
«Γίνεται;».

«Όλοι οι κανόνες και οι εντολές της εκπαίδευσής μας μπορούν να αναθεωρηθούν για να διορθωθούν ή να βελτιωθούν. Το κόστος που πρέπει να πληρώσεις είναι ότι αποδιαρθρώνονται οι αξίες που συνδέονται με μια προκαθορισμένη τάξη πραγμάτων. Και τότε νιώθουμε σύγχυση και αποπροσανατολισμό, ώσπου να βρούμε μια νέα τάξη, σύμφωνα με τη δική μας νέα πραγματικότητα. Όμως, φτάνοντας στο σημείο αυτό, εμφανίζεται το βραβείο: είναι η εκτίμηση γι' αυτό που έχεις, και η δυνατότητα να το απολαύσεις με βάση αυτό που είσαι».

Λένε ότι ο Διογένης τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας ντυμένος με κουρέλια και κοιμόταν στα κατώφλια των σπιτιών. Λένε πως ένα πρωί, όταν ο Διογένης ακόμα ήταν μισοκοιμισμένος μπροστά σε μια πόρτα όπου είχε περάσει τη νύχτα του, πέρασε από εκεί ένας πλούσιος γαιοκτήμονας.

«Καλημέρα» είπε ο άρχοντας.
«Καλημέρα» αποκρίθηκε ο Διογένης.
«Αυτή η εβδομάδα μου πήγε πολύ καλά κι ήρθα να σου δώσω αυτό το πουγκί με τα χρήματα».
Ο Διογένης τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να κάθεται ακίνητος.

«Παρ' τα. Δεν είναι παγίδα. Δικά μου είναι και σου τα δίνω. Ξέρω ότι τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα».
«Εσύ έχεις κι άλλα;» ρώτησε ο Διογένης.
«Και βέβαια έχω» αποκρίθηκε ο πλούσιος. «Έχω κι άλλα πολλά».
«Και δεν θα ήθελες να είχες περισσότερα απ' όσα έχεις;».
«Ναι, και βέβαια θα ήθελα».
«Τότε κράτησε αυτά τα χρήματα, γιατί εσύ τα χρειάζεσαι περισσότερο από εμένα».

Ορισμένοι διηγούνται πως ο διάλογος συνεχίστηκε κάπως έτσι:
«Ναι, όμως εσύ χρειάζεσαι φαγητό, κι αυτό απαιτεί χρήματα…».
«Έχω ήδη ένα κέρμα» είπε ο Διογένης και του το έδειξε, «και θα μου φτάσει για ένα πιάτο πλιγούρι, ίσως και για μερικά πορτοκάλια».

«Σύμφωνοι, όμως θα πρέπει να φας κι αύριο, και μεθαύριο και την επόμενη μέρα. Αύριο πού θα βρεις λεφτά;». «Αν εσύ με διαβεβαιώσεις, χωρίς κανένα ενδεχόμενο λάθους, ότι θα είμαι ζωντανός αύριο, τότε ίσως να πάρω τα χρήματά σου…».

Από το βιβλίο «Να σου πω μια ιστορία», εκδόσεις Opera.