Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Κιλκίς: Τα χωριά που ζουν με «Σουηδούς» και «Γερμανούς»


Στο δρόμο πολύ δύσκολα συναντάς κάποιον νέο άνθρωπο να κυκλοφορεί, παρά μόνον ηλικιωμένους. Οι φράχτες των αυλών δε φαίνονται από τα χόρτα που «ψήλωσαν» και τα περισσότερα «καλοστεκούμενα» σπίτια με τις ξύλινες σοφίτες δείχνουν να μην κατοικούνται. Μεγάλες κλειδαριές σφίγγουν τις αυλόπορτες, παντού βλέπεις κατεβασμένα παντζούρια και στα κουδούνια κανείς δεν απαντά. Λίγες μόνο καμινάδες καπνίζουν και θυμίζουν ότι τα δύο χωριά του Κιλκίς που ακουμπούν στη λίμνη Δοϊράνη, το Δροσάτο και η Κορομηλιά, έχουν ζωή.
Φτάνοντας στα 2-3 καφενεία των χωριών, η εικόνα είναι πιο ζωηρή. Εκεί μαζεύονται καθημερινά οι «Σουηδοί» και οι «Γερμανοί». Ντόπιοι που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν τη δεκαετία του ‘60 λόγω φτώχειας και πολιτικών φρονημάτων, αλλά τήρησαν την υπόσχεσή τους και γύρισαν στην πατρίδα. Ολοι τους μεγαλοσυνταξιούχοι σήμερα. Με συντάξεις άνω των 2.000 και 2.500 ευρώ το ζευγάρι από το σουηδικό και γερμανικό κράτος, δείχνουν να μην έχουν οικονομικό πρόβλημα. Ενισχύουν την τοπική οικονομία και κρατούν ζωντανά τα δύο χωριά που έχουν ερημώσει από νέους.

Αυτοί «υποχρεώθηκαν» να πάρουν τα τελευταία δύο χρόνια το δρόμο της ξενιτιάς. Μπρος στην επανάληψη της ιστορίας, ο προβληματισμός και τα «γιατί» σκιάζουν τα πρόσωπα των «Γερμανών» και «Σουηδών», ενώ η πίκρα πλημμυρίζει την ψυχή τους.

«Ολοι όσοι πήγαν έξω ως βιομηχανικοί εργάτες ''δημιουργήθηκαν'' και έφεραν πίσω τις οικονομίες μιας ζωής, κάνοντας κάποιες επενδύσεις για να ζήσουν με τα παιδιά τους στο Δροσάτο και την Κορομηλιά. Αλλοι αγόρασαν σπίτια για τους γιους και τις κόρες, άλλοι τους έκαναν δουλειές και σήμερα πληρώνουν μόνο χαράτσια. Τα παιδιά δεν μπόρεσαν να τακτοποιηθούν. Εκμεταλλεύτηκαν τις επαφές των γονιών στο εξωτερικό και έφυγαν», εξηγεί στον «ΑτΚ» ο Νίκος Ταταρίδης, στην ψησταριά του οποίου περνούν την ώρα τους κάθε απόγευμα οι συνταξιούχοι μετανάστες.

Δροσάτο: Πρόσφερε εργατικά χέρια για τη Philips και τη Volvo

Το Δροσάτο, έρημο σήμερα από νέους, αριθμεί 800 κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι «έκαναν» Σουηδία.

«Περιμέναμε όλο το χρόνο να πουλήσουμε τα καπνά και να ξεπληρώσουμε τα χρέη μας. Αλλά οι έμποροι μας τα έβγαζαν ακατάλληλα και μας υποχρέωναν να τα κάψουμε στον πλάτανο του χωριού. Είχαμε φτάσει στο σημείο ούτε τον μπακάλη να μην μπορούμε να πληρώσουμε. Για το λόγο αυτό ''ψάξαμε'' να φύγουμε», λέει ο Νίκος Τερζενίδης, από τους πρώτους κατοίκους του χωριού που έφυγαν για Σουηδία.

Τη δεκαετία του ’60 ανέβαιναν στα τρένα των μεταναστών, το «Εξπρές Ελλάς» και το «Ακρόπολις», και, μέσω Σερβίας, διέσχιζαν την Αυστρία, τη Γερμανία και τη Δανία, καταλήγοντας μετά από 4 μέρες στο σιδηροδρομικό σταθμό της Στοκχόλμης. Εκεί τους περίμεναν συγγενείς και συγχωριανοί οι οποίοι αναλάμβαναν να τους βοηθήσουν να βρουν δουλειά και σπίτι. «Ελάτε πάνω, έχει δουλειές, και με το σπίτι κάπως θα βολευτούν τα πράγματα. Θα σας βοηθήσουμε και γρήγορα θα τακτοποιηθείτε», προέτρεπαν τα γράμματα που έστελναν στο χωριό οι πρώτοι γκασταρμπάιτερ οι οποίοι είχαν φτάσει εκεί. «Ο ένας έπαιρνε τον άλλον. Και στο Δροσάτο έμειναν μόνον οι ηλικιωμένοι γονείς μας», θυμάται ο Νίκος Τερζενίδης.

Ούπλαντ, Οστεργκότλαντ, Σμάλαντ, Χάλαντ, Στοκχόλμη, Γκέτεμποργκ, Μπλέκινγκε, Νόρτσιμπιγκ και Μεντέλπαντ ήταν μερικές από τις πόλεις όπου δούλεψαν κάτοικοι του Δροσάτου. Αλλοι σε ξυλάδικα, άλλοι σε εταιρίες ηλεκτρονικών, όπως η Philips, σε αυτοκινητοβιομηχανίες όπως η Volvo, σε τσιμεντάδικα και εργοστάσια κινητής τηλεφωνίας όπως η Erickson. «Δε μας έβαζαν σε γραφομηχανή. Ημασταν αγράμματοι αλλά είχαμε πολλή όρεξη για δουλειά», σημειώνει ο Νίκος Τερζενίδης. Ο ίδιος έμεινε 13,5 χρόνια στη Σουηδία. Δούλεψε στη Philips. Τον πρώτο χρόνο έμαθε να κολλάει και να συναρμολογεί εξαρτήματα του τρανζίστορ και της τηλεόρασης, ενώ αργότερα εργάστηκε και στην αυτοκινητοβιομηχανία Volvo.

Μετανιωμένος εμφανίζεται ο Αριστοτέλης Καλπακίδης, δεκαεφτά χρόνια μετά τον επαναπατρισμό του. «Νοσταλγούσα την πατρίδα και έτσι, αφού κατάφερα να εξασφαλίσω τη σύνταξη, προτίμησα να γυρίσω πίσω το 1996 οικογενειακώς. Οταν επέστρεψα στο χωριό, τα μπακάλικα είχαν μόνιμα ουρά. Υπήρχε ανάπτυξη και το χρήμα έρρεε. Οι καφετέριες και οι ψησταριές έβγαζαν τραπέζια από τη μία άκρη του δρόμου μέχρι την άλλη λες και αυτό δεν είναι το Δροσάτο αλλά κάποια πόλη. Ο κόσμος, έλεγα, περνάει καλά εδώ. Εμείς στη Σουηδία ήμασταν δουλειά, σπίτι και το μυαλό μας στην οικονομία», θυμάται ο κυρ-Αριστοτέλης. «Σήμερα αναγκαζόμαστε λόγω της κατάστασης να στείλουμε τα παιδιά μας πίσω. Η κόρη μου έφυγε για Σουηδία πριν από ένα μήνα. Αν τακτοποιηθεί, θα ξαναφύγω κι εγώ. Και ας έκανα 3 σπίτια στην Ελλάδα. Θα τα κλείσω», δηλώνει θυμωμένος στον «ΑτΚ» ο Αριστοτέλης Καλπακίδης.

Το τσιμεντάδικο στην Αμπετον

Σε δεύτερο Δροσάτο είχε μετατραπεί το τσιμεντάδικο στην Αμπετον, καθώς εκεί εργάζονταν πάνω από 30 οικογένειες του χωριού. Μία από αυτές ήταν και του Ευστάθιου Παπαδόπουλου ο οποίος όμως αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω σχετικά νωρίς λόγω ατυχήματος. «Τα λεφτά που μας στέλνουν οι άνθρωποι είναι πολλά. Δεν μπορούμε να τα φάμε όλα αυτά στο χωριό. Το πρόβλημα όμως είναι ότι τα παιδιά μας δε δουλεύουν. Με το που έρχεται λοιπόν το έμβασμα το μοιράζουμε στους γιους, τις κόρες και τα εγγόνια», συμπληρώνει.

Μειοψηφία στο χωριό αποτελεί ο Γιώργος Ζωγραφίδης. Σαράντα δύο χρόνια υπηρέτησε ως νοσοκόμος στο Ανόβερο της Γερμανίας. «Μαζί με τη γυναίκα μου παίρνουμε σύνταξη 2.600 ευρώ. Οχι μόνο μας φτάνουν αλλά και μας περισσεύουν. Πήρα στα παιδιά και στα εγγόνια μου αυτοκίνητο και όπου μου ζητήσουν τους βοηθώ», λέει.

Πολιτικοί οι λόγοι

Την ώρα που μιλά για τη Σουηδία ο Νίκος Παναγιωτίδης, η έκφρασή του αλλάζει. Ενα πλατύ χαμόγελο σκεπάζει το πρόσωπό του. «Ηταν ωραία χρόνια εκείνα. Περάσαμε καλά. Δουλέψαμε, προκόψαμε, μαζέψαμε χρήματα και σπουδάσαμε τα παιδιά μας», αναπολεί. Για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να φύγει από το Δροσάτο το 1970 ο 72χρονος σήμερα συνταξιούχος.

«Δυσκολευόμουν να τακτοποιηθώ σε δουλειές. Οπου πήγαινα μου ζητούσαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Αγανάκτησα και άρχισα να ψάχνω τρόπους για να φύγω. Το 1970 κατάφερα να βγάλω τουριστικό διαβατήριο με πρόσχημα ότι θα πήγαινα σε γάμο της ξαδέλφης μου. Την ίδια χρονιά έφτασα στη Σουηδία όπου έμεινα 15 ολόκληρα χρόνια», λέει.


Κορομηλιά


Μετρημένοι στα δάχτυλα των δύο χεριών είναι οι νέοι και στο διπλανό χωριό , την Κορομηλιά. Τα 2/3 του χωριού έφυγαν τα τελευταία χρόνια ως οικονομικοί μετανάστες. Έχουν απομείνει 300 συνταξιούχοι που επέστρεψαν από τη Σουηδία και την Γερμανία. «Αυτοί κρατούσαν και κρατούν ζωντανή την Κορομηλιά» υπογραμμίζει ο Νίκος Ταταρίδης. Όλα τα χρόνια που ζούσαν έξω βοηθούσαν τον πολιτιστικό και αθλητικό σύλλογο του χωριού στέλνοντας εμβάσματα. Αλλά και κανένας συγχωριανός αν χρειαζόταν χρήματα για λόγους υγείας πάντα οι Κορομηλιώτες της Σουηδίας τακτοποιούσαν το θέμα συμπληρώνει.

Η νοσταλγία της πατρίδας
Ο Παύλος Δεγερμετζής έφυγε το ’69 για τη Σουηδία λόγω φτώχειας και έμεινε εκεί 42 χρόνια, σχεδόν μια ζωή. Μπήκε 26 χρονών στο τρένο για Στοκχόλμη και γύρισε στα 68 του με αεροπλάνο. «Κάποια στιγμή νοσταλγείς και τις πέτρες που γεννήθηκες» τονίζει στον «ΑτΚ», θέλοντας να εξηγήσει την επιστροφή του στην Κορομηλιά. Η σκέψη όμως ότι οι δύο από τις τρεις κόρες του βρίσκονται στην Σουηδία δείχνει να τον απογοητεύει. «Ζω όπου και να πάω με το χρήμα που παίρνω. Η κρίση δεν μπορεί να με επηρεάσει. Τα παιδιά μου όμως τι θα απογίνουν» αναρωτιέται ο κ. Δεγερμετζής και προσθέτει «Τα λεφτά που παίρνω δεν μου φτάνουν για να βοηθήσω την τετραμελή οικογένεια της κόρης μου. Μένει στα ενοίκια και είναι όλοι άνεργοι. Πολύ φοβάμαι ότι και αυτοί θα καταλήξει στη Σουηδία».

Από το ξυλουργείο στη ΒολκςΒάγκεν

Το 1969 ο Θεμιστοκλής Γκοντανίδης έπιασε την πρώτη του δουλειά στο Ανόβερο, σε ένα ξυλουργείο ενώ λίγο αργότερα μπήκε στη αυτοκινητοβιομηχανία Βολκς Βάγκεν.

Έκατσε δέκα χρόνια με την οικογένειά του και ξαναγύρισε στην Κορομηλιά. «Επέστρεψα γιατί δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο για να πάνε τα παιδιά μου. Έπρεπε να ταξιδέψουν καθημερινά δύο ώρες. Όποτε αναγκάστηκα να φύγω και να έρθω πίσω στο χωριό. Δυστυχώς όμως σήμερα και τα τρία παιδία μου ξαναέφυγαν έξω. Δεν έβρισκαν δουλειά εδώ. Πήγαν στην Αμερική» λέει με παράπονο ο κ. Γκοντανίδης.

«Μετάνιωσα σαν σκύλος»

«Εμάς το κράτος δεν μας πρόσφερε κάτι. Μιας έδιωξε. Φέραμε τα λεφτά μας και τώρα μας υπερφορολογούν. Έχω μετανιώσει σαν σκύλος που επέστρεψα» δηλώνει θυμωμένα ο Καλούδης Μιχαηλίδης. Για τη Σουηδία έφυγε το 1965 και γύρισε στην Κορομηλιά μετά από 30 χρόνια. Πριν ένα χρόνο έφυγε και η τελευταία κόρη του η Παρασκευούλα για Σουηδία η οποία προσπάθησε να βρει στην Αθήνα δουλειά αλλά δεν τα κατάφερε.

Τα δύσκολα χρόνια έφυγαν από την ανέχεια κι την φτώχεια για να βρουν μια καλύτερη ζωή. Την περιπέτεια βλέπουν τώρα να επαναλαμβάνεται με τα παιδιά τους. Δεν ήθελαν να είναι έτσι τα πράγματα. Δεν μπορούν όμως να τα αλλάξουν. Όπως οι δικές τους ζωές, έτσι πορεύονται και οι τύχες των διαδόχων τους. Η ιστορία δυστυχώς επαναλαμβάνεται. Και δεν είναι φάρσα.




ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΚΙΛΚΙΣ: ΤΙΜΟΣ ΦΑΚΑΛΗΣ